(+30) 6988566477
1ο χιλ. Δράμας - Μικροχωρίου, | Τ.Θ. 172, Δράμα 66100

Οι βροχές της άνοιξης , του Ιουνίου και οι δασικές πυρκαγιές – Μπορεί ο καιρός να εξηγήσει το μέγεθος των δασικών πυρκαγιών στην Ελλάδα ;

17 Ιουνίου 2026

ΜΕΡΟΣ Α – Οι βροχές της άνοιξης και οι δασικές πυρκαγιές

Οι μεγάλες δασικές πυρκαγιές δεν αποτελούν αποτέλεσμα ενός μόνο παράγοντα. Η θερμοκρασία, η ξηρασία, η βροχή, ο άνεμος, η κατάσταση της βλάστησης, η τοπογραφία, οι αναφλέξεις και η αποτελεσματικότητα της επιχειρησιακής απόκρισης συνδέονται μεταξύ τους και διαμορφώνουν κάθε χρόνο ένα διαφορετικό επίπεδο κινδύνου. Στη συγκεκριμένη μικρή ερευνητική προσέγγιση επιχειρήσαμε να εξετάσουμε μία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα υπόθεση: κατά πόσο μια σχετικά υγρή άνοιξη, η οποία ευνοεί την ανάπτυξη της χαμηλής βλάστησης, μπορεί να αυξήσει τη διαθέσιμη καύσιμη ύλη, όταν ακολουθεί ένα θερμό και ξηρό καλοκαίρι. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς αν βρέχει πολύ την άνοιξη ή αν επικρατούν υψηλές θερμοκρασίες το καλοκαίρι. Το ενδιαφέρον βρίσκεται κυρίως στη διαδοχή των εποχικών συνθηκών: Αρκετές ανοιξιάτικες βροχές μπορούν να ενισχύσουν την ανάπτυξη της ποώδους και θαμνώδους βλάστησης. Εφόσον στη συνέχεια επικρατήσουν παρατεταμένη ανομβρία, υψηλές θερμοκρασίες και επεισόδια ισχυρών ανέμων, η αυξημένη αυτή βιομάζα μπορεί να ξηρανθεί και να μετατραπεί σε ιδιαίτερα εύφλεκτη καύσιμη ύλη.

Με βάση αυτό το σκεπτικό δημιουργήθηκε μια ετήσια βάση δεδομένων για την Ελλάδα, για την περίοδο 2005–2025, στην οποία συνδυάστηκαν η ανοιξιάτικη βροχόπτωση Μαρτίου–Μαΐου, η θερινή βροχόπτωση, η μέση θερμοκρασία Ιουνίου–Αυγούστου, η συνολική ετήσια καμένη έκταση, ένας σύνθετος δείκτης υγρής άνοιξης και ξηρού καλοκαιριού. Ο δείκτης αυτός δεν αποτελεί επιχειρησιακό δείκτη πρόγνωσης πυρκαγιάς. Δημιουργήθηκε ως ένα πρώτο ερευνητικό εργαλείο, ώστε να αποτυπώσει το εποχικό μετεωρολογικό υπόβαθρο που μπορεί να ευνοήσει την αυξημένη διαθεσιμότητα και ξήρανση της καύσιμης ύλης.

Οι χρονιές με τις μεγαλύτερες καμένες εκτάσεις

Η πρώτη εικόνα της περιόδου είναι σαφής. Το 2007 αποτελεί με μεγάλη διαφορά το πιο ακραίο έτος, με περισσότερα από 220.000 εκτάρια καμένης γης. Ακολουθούν το 2023 και το 2021, ενώ σημαντικές καμένες εκτάσεις καταγράφηκαν επίσης το 2012, το 2013 και το 2009. Στο διάγραμμα: παρουσιάζονται οι δέκα χρονιές με τις μεγαλύτερες καμένες εκτάσεις στην Ελλάδα κατά την περίοδο 2005–2025. Το 2007 αποτελεί ακραία περίπτωση, ενώ ιδιαίτερα υψηλές τιμές καταγράφηκαν και το 2021 και το 2023. Η κατάταξη αυτή δείχνει ότι οι μεγάλες καταστροφές δεν περιορίζονται σε μία μόνο εποχή ή δεκαετία. Παράλληλα, υπενθυμίζει ότι το τελικό μέγεθος μιας πυρκαγιάς δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη μέση θερμοκρασία ή τη συνολική βροχόπτωση ενός έτους. Χρονιές με παρόμοιες μετεωρολογικές συνθήκες μπορούν να δώσουν πολύ διαφορετικές καμένες εκτάσεις, ανάλογα με τον αριθμό των αναφλέξεων, τη θέση εκδήλωσής τους, την ώρα έναρξης, την ένταση και τη διεύθυνση του ανέμου, την τοπογραφία, τη συνέχεια της βλάστησης, την ύπαρξη ή όχι ταυτόχρονων πυρκαγιών, την ταχύτητα της πρώτης επέμβασης.

 

Τι δείχνει η ανοιξιάτικη βροχή

Η συσχέτιση ανάμεσα στην ανοιξιάτικη βροχόπτωση και την καμένη έκταση δεν είναι απλή ούτε ισχυρά γραμμική. Στο διάγραμμα παρουσιάζεται η σχέση της ανοιξιάτικης βροχόπτωσης Μαρτίου–Μαΐου και της ετήσιας καμένης έκτασης. Η διασπορά των σημείων δείχνει ότι η ανοιξιάτικη βροχή από μόνη της δεν μπορεί να εξηγήσει το μέγεθος των πυρκαγιών. Υπάρχουν χρονιές με σχετικά υψηλή ανοιξιάτικη βροχόπτωση και περιορισμένες καμένες εκτάσεις, όπως το 2014. Αντίθετα, το 2023 παρουσίασε πολύ μεγάλη καμένη έκταση, χωρίς να βρίσκεται μεταξύ των πιο υγρών ανοιξιάτικων περιόδων. Το αποτέλεσμα οδηγεί σε ένα σημαντικό συμπέρασμα:. Η βροχερή άνοιξη δεν προκαλεί από μόνη της μεγάλες πυρκαγιές. Η βροχή επηρεάζει κυρίως την ανάπτυξη της βλάστησης. Η πρόσθετη βιομάζα αποκτά πυρομετεωρολογική σημασία μόνο αν ακολουθήσει περίοδος επαρκώς θερμή και ξηρή, ώστε να μειωθεί η υγρασία της και να μετατραπεί σε διαθέσιμη καύσιμη ύλη.

 

 

Η χρονική εξέλιξη των βροχών 

Το διάγραμμα της χρονικής εξέλιξης των βροχών και των καμένων εκτάσεων βοηθά να γίνει πιο εμφανές ότι οι δύο καμπύλες δεν κινούνται παράλληλα σε όλες τις χρονιές. Στο διάγραμμα: διακρ’ίνεται η χρονική εξέλιξη της ανοιξιάτικης βροχόπτωσης και της καμένης έκτασης. Οι δύο μεταβλητές δεν παρουσιάζουν σταθερή και άμεση αντιστοιχία. Το 2007, για παράδειγμα, δεν χαρακτηρίστηκε απλώς από μια συγκεκριμένη τιμή ανοιξιάτικης βροχής. Η καταστροφή διαμορφώθηκε από τη συνολική αλληλουχία των συνθηκών, την παρατεταμένη ξηρασία, τις υψηλές θερμοκρασίες, τους ισχυρούς ανέμους και την εκδήλωση πολλών και πολύ σοβαρών πυρκαγιών.

 

 

Ο ρόλος της θερινής Θερμοκρασίας 

Η θερινή θερμοκρασία αυξάνει τον κίνδυνο, αλλά δεν αρκεί. Η μέση θερμοκρασία του καλοκαιριού παρουσιάζει θετική σχέση με την καμένη έκταση. Τα θερμότερα καλοκαίρια τείνουν να συνοδεύονται από μεγαλύτερες καμένες εκτάσεις. Στο διάγραμμα παρουσιάζεται η σχέση μέσης θερινής θερμοκρασίας Ιουνίου–Αυγούστου και ετήσιας καμένης έκτασης. Η σχέση είναι θετική, αλλά παρουσιάζει μεγάλες αποκλίσεις.Η φυσική εξήγηση είναι αναμενόμενη. Οι υψηλές θερμοκρασίες αυξάνουν την εξατμισοδιαπνοή, επιταχύνουν την ξήρανση της λεπτής καύσιμης ύλης, μειώνουν την υγρασία της βλάστησης, επιμηκύνουν τα χρονικά διαστήματα υψηλού και πολύ υψηλού κινδύνου, επιβαρύνουν τις συνθήκες κατάσβεσης.

Ωστόσο, το 2024 αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των ορίων μιας μονοπαραγοντικής ερμηνείας. Παρότι ήταν ιδιαίτερα θερμό, η συνολική καμένη έκταση δεν πλησίασε τα επίπεδα του 2007, του 2021 ή του 2023. Άρα η μεγάλη ζέστη δημιουργεί ευνοϊκό υπόβαθρο, αλλά δεν αρκεί για να καθορίσει το τελικό μέγεθος της καταστροφής. Μια πολύ θερμή περίοδος χωρίς πολλές αναφλέξεις, χωρίς παρατεταμένους ισχυρούς ανέμους ή με αποτελεσματικότερη πρώτη επέμβαση μπορεί να οδηγήσει σε μικρότερη συνολική καμένη έκταση από μια λιγότερο θερμή περίοδο με δυσμενέστερη επιχειρησιακή και ανεμολογική εξέλιξη.

Η σημασία του ξηρού καλοκαιριού

Από τις μεταβλητές που εξετάστηκαν, η θερινή βροχόπτωση παρουσίασε την καθαρότερη αντίστροφη σχέση με την καμένη έκταση. Με απλά λόγια, τα καλοκαίρια με περισσότερες και συχνότερες βροχές τείνουν να συνοδεύονται από μικρότερες καμένες εκτάσεις. Η θερινή βροχή μπορεί να λειτουργήσει ανασταλτικά, επειδή αυξάνει προσωρινά την υγρασία της λεπτής καύσιμης ύλης, διακόπτει μεγάλες περιόδους συνεχούς ξηρασίας, περιορίζει την ταχύτητα αποξήρανσης της βλάστησης, μειώνει για κάποιο διάστημα την ευκολία ανάφλεξης. Η σχέση δεν είναι απόλυτη. Μία ή δύο τοπικές καταιγίδες δεν μπορούν να αλλάξουν απαραίτητα την κατάσταση μιας ολόκληρης αντιπυρικής περιόδου. Επιπλέον, οι ξηρές καταιγίδες και οι κεραυνοί μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να αυξήσουν τον κίνδυνο έναρξης πυρκαγιών. Παρά ταύτα, η συνολική θερινή ανομβρία φαίνεται να αποτελεί έναν από τους πιο σταθερούς παράγοντες που συνδέονται με τις μεγάλες καμένες εκτάσεις.

Ο σύνθετος δείκτης υγρής άνοιξης και ξηρού καλοκαιριού

Για να περιγραφεί καλύτερα η αλληλουχία των εποχών δημιουργήθηκε ένας σύνθετος δείκτης, ο οποίος λαμβάνει υψηλότερες τιμές όταν συνδυάζονται σχετικά υγρή άνοιξη, ξηρό καλοκαίρι, και αυξημένη θερινή θερμική επιβάρυνση. Ο στόχος δεν ήταν να δημιουργηθεί ένας απόλυτος δείκτης πρόγνωσης, Στο διάγραμμα παρουσιάζεται η σχέση του σύνθετου δείκτη υγρής άνοιξης–ξηρού καλοκαιριού με την καμένη έκταση. Η γενική τάση είναι θετική, αλλά επηρεάζεται έντονα από ακραίες χρονιές όπως το 2007.

Το διάγραμμα δείχνει ότι ο σύνθετος δείκτης παρουσιάζει καλύτερη ικανότητα ταξινόμησης των ετών από ό,τι η ανοιξιάτικη βροχόπτωση μόνη της. Οι χρονιές με πολύ αρνητικές τιμές του δείκτη, όπως το 2022 και το 2018, συνοδεύτηκαν από σχετικά περιορισμένες καμένες εκτάσεις. Αντίθετα, αρκετές από τις χρονιές με θετικό δείκτη εμφανίζουν αυξημένες καμένες εκτάσεις. Ωστόσο, η σχέση δεν είναι γραμμική. Το 2012 εμφανίζει πολύ υψηλή τιμή του δείκτη, αλλά σαφώς μικρότερη καμένη έκταση από το 2007, το 2021 και το 2023. Αυτό δείχνει ότι ο δείκτης μπορεί να περιγράφει το δυναμικό του μετεωρολογικού υποβάθρου, όχι όμως το τελικό αποτέλεσμα.

 

Γιατί εξετάσαμε ξεχωριστά το 2007

Το 2007 αποτελεί μια εξαιρετικά ακραία παρατήρηση. Η καμένη έκταση ξεπερνά κατά πολύ το σύνολο των άλλων ετών και μπορεί να επηρεάσει έντονα τη γραμμή τάσης, τον συντελεστή γραμμικής συσχέτισης, την οπτική κλίμακα του διαγράμματος, τη συνολική στατιστική ερμηνεία. Για τον λόγο αυτόν δημιουργήθηκε και δεύτερο διάγραμμα, στο οποίο το 2007 αφαιρέθηκε προσωρινά. Η αφαίρεση του 2007 δεν σημαίνει ότι θεωρείται λανθασμένη ή ανεπιθύμητη παρατήρηση. Αντίθετα, πρόκειται για πραγματικό και ιδιαίτερα σημαντικό ιστορικό έτος. Η προσωρινή εξαίρεσή του αποτελεί έναν κλασικό έλεγχο ευαισθησίας: Εξακολουθεί να υπάρχει η σχέση όταν αφαιρείται η πιο ακραία τιμή ή δημιουργείται αποκλειστικά εξαιτίας της; Το διάγραμμα δείχνει ότι η γενική θετική τάση παραμένει. Παράλληλα, όμως, αποκαλύπτει πιο καθαρά ότι το 2021 και το 2023 είχαν εξαιρετικά μεγάλες καμένες εκτάσεις χωρίς να βρίσκονται στις απολύτως υψηλότερες τιμές του δείκτη. Αυτό σημαίνει ότι στις συγκεκριμένες χρονιές οι συνθήκες των κρίσιμων ημερών, οι άνεμοι, οι αναφλέξεις και η χωρική κατανομή των πυρκαγιών έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο.

 

Τι μπορούμε και τι δεν μπορούμε να συμπεράνουμε
Η ανάλυση υποστηρίζει την άποψη ότι η εποχική αλληλουχία των μετεωρολογικών συνθηκών έχει ουσιαστική σημασία.Μια υγρή άνοιξη μπορεί να αυξήσει την ανάπτυξη της βλάστησης. Όταν ακολουθεί ξηρό και θερμό καλοκαίρι, η βλάστηση αυτή μπορεί να μετατραπεί σε πρόσθετη λεπτή καύσιμη ύλη, η οποία συμβάλλει στην ταχύτερη έναρξη και εξάπλωση των πυρκαγιών. Δεν μπορούμε, όμως, να υποστηρίξουμε ότι: κάθε βροχερή άνοιξη οδηγεί σε μεγάλες πυρκαγιές, κάθε θερμό καλοκαίρι οδηγεί σε πολύ μεγάλες καμένες εκτάσεις, ο σύνθετος δείκτης μπορεί να προβλέψει πόσα εκτάρια θα καούν.Η τελική καμένη έκταση εξαρτάται από ένα πολύ ευρύτερο σύστημα παραγόντων όπως την υγρασία και τον τύπο των καυσίμων, τη διάρκεια της ξηρασίας, τα κύματα καύσωνα, την ταχύτητα και τις ριπές του ανέμου, την τοπογραφία, τη διαχείριση της βλάστησης, τις ανθρώπινες ή φυσικές αναφλέξεις, την ταχύτητα εντοπισμού, την αποτελεσματικότητα της κατάσβεσης, τον αριθμό των ταυτόχρονων συμβάντων. Η μετεωρολογία δεν καθορίζει αν θα υπάρξει ανάφλεξη, αλλά καθορίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό το αν μια ανάφλεξη μπορεί να εξελιχθεί σε μεγάλη και δύσκολα ελεγχόμενη πυρκαγιά.

Ένα εργαλείο εποχικής προδιάθεσης, όχι πρόβλεψης καταστροφής

Η μεθοδολογία που αναπτύξαμε  πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ένα πρώτο εργαλείο διερεύνησης της εποχικής προδιάθεσης. Δεν επιχειρεί να προβλέψει τον αριθμό των πυρκαγιών ή την έκταση που θα καεί. Επιχειρεί να απαντήσει σε ένα διαφορετικό ερώτημα  Πόσο ευνοϊκό είναι το μετεωρολογικό και οικολογικό υπόβαθρο για την ανάπτυξη και ξήρανση της καύσιμης ύλης πριν και κατά τη διάρκεια της αντιπυρικής περιόδου; Η μελλοντική βελτίωση της ανάλυσης θα μπορούσε να περιλάβει δείκτες υγρασίας καυσίμων,  αριθμό ημερών χωρίς βροχή, επεισόδια καύσωνα, ημέρες με πολύ ισχυρούς ανέμους, τον Canadian Fire Weather Index, εδαφική υγρασία, δείκτες ξηρασίας, γεωγραφική κατανομή της καμένης έκτασης, διαφορετικούς τύπους βλάστησης, αριθμό αναφλέξεων ανά έτος.Με αυτά τα πρόσθετα στοιχεία, ο σύνθετος δείκτης θα μπορούσε να αποκτήσει μεγαλύτερη φυσική και επιχειρησιακή σημασία.

Συμπέρασμα πρώτου μέρους

  • Η βροχερή άνοιξη δεν είναι «κακή» και δεν προδικάζει μια καταστροφική αντιπυρική περίοδο. Μπορεί, όμως, να αυξήσει την παραγωγή ποώδους και θαμνώδους βλάστησης.
  • Όταν η αυξημένη αυτή βιομάζα ακολουθείται από παρατεταμένη ανομβρία, υψηλές θερμοκρασίες και ισχυρούς ανέμους, μετατρέπεται σε ιδιαίτερα εύφλεκτη καύσιμη ύλη.
  • Η ανάλυση της περιόδου 2005–2025 δείχνει ότι η ανοιξιάτικη βροχή μόνη της δεν εξηγεί τις μεγάλες πυρκαγιές, η θερινή θερμοκρασία παρουσιάζει θετική αλλά όχι απόλυτη σχέση, η θερινή ξηρασία εμφανίζεται ως ιδιαίτερα σημαντικός παράγοντας, ο σύνθετος δείκτης αποτυπώνει καλύτερα τη διαδοχή των εποχικών συνθηκών, η τελική καμένη έκταση εξακολουθεί να εξαρτάται από πολλούς μη μετεωρολογικούς παράγοντες. Το ουσιαστικό μήνυμα είναι ότι η εκτίμηση του πυρομετεωρολογικού κινδύνου δεν πρέπει να αρχίζει μόνο όταν εμφανιστεί ο πρώτος καύσωνας.
  • Πρέπει να ξεκινά ήδη από την άνοιξη, με συστηματική παρακολούθηση: των βροχοπτώσεων, της ανάπτυξης της χαμηλής βλάστησης, της εδαφικής υγρασίας, της θερινής ανομβρίας, των θερμών επεισοδίων, και των ανεμολογικών συνθηκών. Η πρόληψη απαιτεί να εξετάζουμε όχι μόνο τον καιρό της ημέρας της πυρκαγιάς, αλλά ολόκληρη τη μετεωρολογική ιστορία που προηγήθηκε.

 

ΜΕΡΟΣ Β- Βροχές του Ιουνίου και πυρκαγιές: Πότε και πόσο μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο

Στο πρώτο μέρος της έρευνας εξετάσαμε αν οι αυξημένες ανοιξιάτικες βροχές συνδέονται με μικρότερο αριθμό πυρκαγιών και περιορισμένες καμένες εκτάσεις. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ο συνολικός υετός της περιόδου Μαρτίου–Μαΐου αποτελεί μια σημαντική ένδειξη για την κατάσταση της βλάστησης, χωρίς όμως να αρκεί από μόνος του για να εξηγήσει την εξέλιξη της αντιπυρικής περιόδου. Στο δεύτερο μέρος η έρευνα περνά σε πιο λεπτομερές επίπεδο και επικεντρώνεται στις συνθήκες του Ιουνίου. Ο μήνας αυτός βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην έναρξη της θερινής ξήρανσης και επομένως οι βροχές που σημειώνονται κατά τη διάρκειά του μπορούν να επηρεάσουν πιο άμεσα την υγρασία της χαμηλής βλάστησης και των λεπτών καύσιμων υλικών.

Η σύγκριση των δεδομένων ERA5-Land με τα ετήσια στοιχεία πυρκαγιών του EFFIS δείχνει ότι οι βροχές του Ιουνίου παρουσιάζουν ισχυρότερη σχέση με τον αριθμό των πυρκαγιών από ό,τι οι συνολικές βροχές της άνοιξης. Ιδιαίτερη σημασία φαίνεται να έχει όχι μόνο η ποσότητα, αλλά και η χωρική κάλυψη των βροχοπτώσεων. Στο άρθρο παρουσιάζεται επίσης ξεχωριστά η εικόνα του Ιουνίου 2026, τόσο σε πανελλαδικό επίπεδο όσο και ανά γεωγραφική περιοχή. Με αυτόν τον τρόπο, επιχειρούμε να διαχωρίσουμε τις γενικευμένες βροχές από τα τοπικά επεισόδια και να εκτιμήσουμε σε ποιες περιοχές η βροχή λειτούργησε ως προσωρινός παράγοντας περιορισμού του κινδύνου πυρκαγιάς. Η μελέτη μεταβαίνει από τη γενική εποχική αποτίμηση σε λεπτομερέστερη χρονική και χωρική διερεύνηση των βροχοπτώσεων του Ιουνίου.

Eικόνα 1. Η έρευνα περνά σε βαθύτερη ανάλυση με ημερήσιa ανάλυση και ευρεία χωρική κάλυψη

Γιατί ο Ιούνιος είναι κρίσιμος μήνας για την πυροεπικινδυνότητα

Ο Ιούνιος αποτελεί έναν από τους πιο κρίσιμους μήνες για τη μετάβαση από τις ανοιξιάτικες συνθήκες στην πλήρη θερινή ξήρανση. Μέχρι τότε, η βλάστηση εξακολουθεί συχνά να διατηρεί μέρος της υγρασίας που απέκτησε την άνοιξη, όμως η άνοδος της θερμοκρασίας, η αύξηση της ηλιοφάνειας και η σταδιακή μείωση της σχετικής υγρασίας επιταχύνουν την απώλεια νερού από τα εδάφη και τα φυτικά υλικά. Οι βροχές που σημειώνονται τον Ιούνιο μπορούν να διακόψουν προσωρινά αυτή τη διαδικασία. Ιδιαίτερα τα λεπτά καύσιμα, όπως τα ξερά χόρτα, τα μικρά κλαδιά και η επιφανειακή φυτική ύλη, ανταποκρίνονται γρήγορα στη βροχόπτωση. Ακόμη και ένα αξιόλογο επεισόδιο μπορεί να μειώσει για λίγες ημέρες την ευφλεκτότητά τους και να περιορίσει την πιθανότητα έναρξης και γρήγορης εξάπλωσης μιας πυρκαγιάς.

Η επίδραση αυτή, όμως, δεν είναι ούτε μόνιμη ούτε ίδια σε όλες τις περιοχές. Αν μετά τη βροχή ακολουθήσουν υψηλές θερμοκρασίες, ξηρός αέρας και ισχυροί άνεμοι, τα λεπτά καύσιμα μπορούν να ξηρανθούν ξανά μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Για τον λόγο αυτό δεν αρκεί να γνωρίζουμε ότι «έβρεξε μέσα στον Ιούνιο». Χρειάζεται να εξετάζουμε πότε σημειώθηκε η βροχή, πόσο διήρκεσε, ποιο ύψος καταγράφηκε και πόσες ημέρες μεσολάβησαν μέχρι την εμφάνιση των επόμενων ξηρών και θερμών συνθηκών. Ιδιαίτερη σημασία έχει και η χωρική κατανομή. Μια έντονη καταιγίδα μπορεί να επηρεάσει μια περιορισμένη περιοχή και να αφήσει σχεδόν ανέπαφη την υπόλοιπη χώρα. Αντίθετα, μια πιο γενικευμένη βροχή, ακόμη και μέτριας έντασης, μπορεί να βελτιώσει προσωρινά τις συνθήκες σε πολύ μεγαλύτερη έκταση.

Επομένως, ο Ιούνιος δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένας απλός ενδιάμεσος μήνας. Είναι το χρονικό σημείο όπου η βροχόπτωση μπορεί ακόμη να επηρεάσει ουσιαστικά την υγρασία της επιφανειακής βλάστησης, αλλά και το σημείο όπου η θερινή ξήρανση αρχίζει να αποκτά μεγαλύτερη δυναμική.

Εικόνα 2 : Οι βροχές του Ιουνίου μπορούν να μειώσουν προσωρινά την ευφλεκτότητα της χαμηλής βλάστησης, αλλά η προστατευτική τους επίδραση εξασθενεί γρήγορα όταν ακολουθούν υψηλές θερμοκρασίες, ξηρός αέρας και ισχυροί άνεμοι.

 Από τη συνολική βροχή στη χωρική κάλυψη

Η συνολική ποσότητα βροχής αποτελεί έναν χρήσιμο πρώτο δείκτη, δεν περιγράφει όμως πλήρως τη μετεωρολογική πραγματικότητα. Δύο έτη μπορεί να έχουν παρόμοιο μέσο ύψος βροχής για ολόκληρη την Ελλάδα, αλλά τελείως διαφορετική γεωγραφική κατανομή. Στη μία περίπτωση, η βροχή μπορεί να είναι συγκεντρωμένη σε λίγες έντονες καταιγίδες μικρής έκτασης. Στην άλλη, μπορεί να καλύπτει μεγάλο μέρος της χώρας με μέτρια, αλλά περισσότερο γενικευμένα ύψη. Για την πυροεπικινδυνότητα, οι δύο αυτές καταστάσεις δεν είναι ισοδύναμες.

Η χωρική κάλυψη βοηθά να εκτιμηθεί πόσο μεγάλο τμήμα μιας περιοχής δέχθηκε ουσιαστική βροχόπτωση. Στην παρούσα έρευνα εξετάστηκαν κατώφλια όπως τα 20, 40 και 60 mm για το σύνολο του Ιουνίου. Τα κατώφλια αυτά δεν αποτελούν απόλυτα όρια προστασίας, αλλά επιτρέπουν να διαχωριστούν οι περιοχές που δέχθηκαν ελάχιστη ή τοπική βροχή από εκείνες όπου το υετικό αποτέλεσμα ήταν πιο ουσιαστικό και εκτεταμένο.

Η ανάλυση έδειξε ότι η χωρική κάλυψη βροχής κατά τον Ιούνιο συνδέεται περισσότερο με τον αριθμό των πυρκαγιών από ό,τι ο συνολικός ανοιξιάτικος υετός. Αυτό δεν σημαίνει ότι η βροχή εξαλείφει τον κίνδυνο. Δείχνει όμως ότι όταν αξιόλογα ύψη καλύπτουν μεγαλύτερο μέρος της χώρας, μειώνονται οι περιοχές όπου η βλάστηση εισέρχεται νωρίς σε έντονη ξήρανση.

Εικόνα 3 : Ο πανελλαδικός μέσος υετός μπορεί να είναι παρόμοιος, αλλά η επίδραση στην πυροεπικινδυνότητα διαφέρει σημαντικά όταν η βροχή είναι τοπική σε σχέση με όταν καλύπτει μεγάλη γεωγραφική έκταση.

Τι έδειξε η σύγκριση της περιόδου 2005–2024

Για να διερευνηθεί αν οι βροχές του Ιουνίου συνδέονται με την εξέλιξη των πυρκαγιών, συγκρίθηκαν τα δεδομένα βροχόπτωσης του ERA5-Land με τα ετήσια στοιχεία του EFFIS για την Ελλάδα κατά την περίοδο 2005–2024. Η ανάλυση πραγματοποιήθηκε σε δύο βασικά επίπεδα. Αρχικά εξετάστηκε ο συνολικός υετός της άνοιξης, από τον Μάρτιο έως και τον Μάιο. Στη συνέχεια μελετήθηκαν ξεχωριστά ο συνολικός υετός του Ιουνίου και η γεωγραφική κάλυψη περιοχών που δέχθηκαν αξιόλογα ύψη βροχής. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η ανοιξιάτικη βροχόπτωση παρουσιάζει μόνο ασθενή αρνητική σχέση με τον αριθμό των πυρκαγιών. Με απλά λόγια, οι περισσότερο βροχερές άνοιξες τείνουν να συνδέονται με ελαφρώς λιγότερες πυρκαγιές, αλλά η σχέση δεν είναι αρκετά ισχυρή ώστε να θεωρηθεί καθοριστική.

Η εικόνα αλλάζει όταν η ανάλυση μεταφέρεται στον Ιούνιο. Ο συνολικός υετός του μήνα παρουσιάζει σαφώς ισχυρότερη αρνητική συσχέτιση με τον αριθμό των πυρκαγιών. Όσο περισσότερη και περισσότερο εκτεταμένη είναι η βροχή του Ιουνίου, τόσο μικρότερος τείνει να είναι ο αριθμός των πυρκαγιών που καταγράφονται στη συνέχεια. Η συσχέτιση Pearson μεταξύ συνολικού υετού Ιουνίου και αριθμού πυρκαγιών υπολογίστηκε περίπου στο −0,56, ενώ η αντίστοιχη συσχέτιση Spearman ήταν περίπου −0,62. Οι τιμές αυτές δείχνουν μια μέτρια έως ισχυρή αρνητική σχέση και είναι στατιστικά σημαντικές.

Ακόμη ισχυρότερη εμφανίζεται η σχέση όταν εξετάζεται η χωρική κάλυψη της βροχής. Το ποσοστό της χώρας που δέχθηκε συνολικά τουλάχιστον 40 ή 60 mm μέσα στον Ιούνιο συνδέεται πιο καθαρά με τον αριθμό των πυρκαγιών. Η συσχέτιση φθάνει περίπου στο −0,60 με τη μέθοδο Pearson και στο −0,61 έως −0,62 με τη μέθοδο Spearman. Το εύρημα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Δεν αρκεί μόνο να βρέξει πολύ σε λίγες περιοχές. Η επίδραση γίνεται περισσότερο ορατή όταν ουσιαστικά ύψη βροχής καλύπτουν μεγαλύτερο μέρος της χώρας.

Εικόνα 4 : Οι αρνητικές τιμές δείχνουν ότι όσο αυξάνονται ο υετός και η χωρική κάλυψη των βροχών του Ιουνίου, τόσο μειώνεται κατά μέσο όρο ο αριθμός των πυρκαγιών.- Επεξεργασία kolydas.eu

Η σχέση είναι ισχυρή, αλλά δεν αποτελεί απόδειξη αιτιότητας

Η στατιστική συσχέτιση δεν σημαίνει από μόνη της ότι η βροχή είναι η μοναδική αιτία μείωσης των πυρκαγιών. Οι πυρκαγιές επηρεάζονται ταυτόχρονα από πολλούς παράγοντες: τη θερμοκρασία, τη σχετική υγρασία, τη διάρκεια της ξηρασίας, την ένταση του ανέμου, την κατάσταση της βλάστησης, την ανθρώπινη δραστηριότητα και την αποτελεσματικότητα της πρόληψης και της καταστολής.

Παρόλα αυτά, η σταθερότητα του αποτελέσματος ενισχύει την αξιοπιστία του. Στον έλεγχο κατά τον οποίο αφαιρέθηκε διαδοχικά κάθε έτος από τη σειρά δεδομένων, η αρνητική σχέση ανάμεσα στις βροχές του Ιουνίου και στον αριθμό των πυρκαγιών παρέμεινε ισχυρή και στατιστικά σημαντική.

Αυτό σημαίνει ότι το αποτέλεσμα δεν οφείλεται αποκλειστικά σε μία ή δύο ακραίες χρονιές. Η γενική τάση διατηρείται σε ολόκληρη την περίοδο της μελέτης.

Η εικόνα που προκύπτει είναι σαφής: οι βροχές του Ιουνίου δεν εξαλείφουν τον κίνδυνο πυρκαγιάς, αλλά φαίνεται ότι μπορούν να μειώσουν προσωρινά τη συχνότητα των εκδηλώσεων, ιδιαίτερα όταν είναι εκτεταμένες και επηρεάζουν μεγάλο μέρος της χώρας.

Εικόνα 5 : Η κατανομή των ετών 2005–2024 δείχνει ότι οι περισσότερο βροχεροί Ιούνιοι τείνουν να συνδέονται με μικρότερο αριθμό πυρκαγιών. Η τάση παραμένει εμφανής ακόμη και όταν αφαιρούνται διαδοχικά μεμονωμένα έτη από την ανάλυση- Επεξεργασία kolydas.eu

 Γιατί ο αριθμός των πυρκαγιών και η καμένη έκταση δεν ακολουθούν πάντα την ίδια πορεία

Η σχέση της βροχής με τον αριθμό των πυρκαγιών είναι καθαρότερη από τη σχέση της με την τελική καμένη έκταση. Αυτό δεν αποτελεί αντίφαση. Ο αριθμός των πυρκαγιών αποτυπώνει κυρίως πόσο συχνά εκδηλώνονται νέα επεισόδια. Η καμένη έκταση, αντίθετα, μπορεί να καθοριστεί από πολύ λίγες, αλλά εξαιρετικά μεγάλες πυρκαγιές. Ένα έτος μπορεί να έχει σχετικά μικρό αριθμό συμβάντων, αλλά μία ή δύο πυρκαγιές να εξελιχθούν σε καταστροφικές εξαιτίας ακραίας θερμοκρασίας, παρατεταμένης ξηρασίας, πολύ ισχυρών ανέμων ή δύσκολης μορφολογίας του εδάφους. Αντίστροφα, μπορεί να καταγραφούν πολλές μικρές πυρκαγιές χωρίς μεγάλη συνολική καμένη έκταση.. Για τον λόγο αυτό, η βροχόπτωση του Ιουνίου φαίνεται να επηρεάζει περισσότερο την πιθανότητα έναρξης και τη συχνότητα των πυρκαγιών παρά την τελική έκταση που θα καεί μέσα σε ολόκληρη τη θερινή περίοδο.

Η καμένη έκταση παρουσιάζει επίσης αρνητική σχέση με τις βροχές του Ιουνίου, αλλά η σχέση είναι πιο αδύναμη και επηρεάζεται πολύ περισσότερο από τα ακραία έτη. Οι χρονιές με μεγάλες καταστροφές μπορούν να μεταβάλουν έντονα τη στατιστική εικόνα.

Εικόνα 6 : Η σχέση μεταξύ βροχόπτωσης Ιουνίου και καμένης έκτασης είναι πιο αδύναμη από τη σχέση με τον αριθμό των πυρκαγιών. Λίγα ακραία έτη, με πολύ μεγάλες πυρκαγιές, μπορούν να κυριαρχήσουν στο συνολικό ετήσιο αποτέλεσμα.

Βασικό συμπέρασμα της ιστορικής ανάλυσης

Η ιστορική σύγκριση οδηγεί σε ένα περισσότερο συγκεκριμένο συμπέρασμα:Οι βροχές της άνοιξης διαμορφώνουν το γενικό υπόβαθρο της βλάστησης, αλλά οι βροχές του Ιουνίου φαίνεται να συνδέονται πιο άμεσα με τη συχνότητα εκδήλωσης πυρκαγιών. Η επίδραση είναι ισχυρότερη όταν η βροχόπτωση δεν είναι μόνο τοπικά έντονη, αλλά καλύπτει μεγάλη γεωγραφική έκταση.Το εύρημα αυτό δεν σημαίνει ότι ένας βροχερός Ιούνιος εξασφαλίζει μια ήρεμη αντιπυρική περίοδο. Δείχνει όμως ότι μπορεί να καθυστερήσει την ξήρανση της χαμηλής βλάστησης και να περιορίσει προσωρινά τον αριθμό των περιοχών που βρίσκονται σε υψηλή ευφλεκτότητα.

Γιατί η ανάλυση ανά περιοχή είναι απαραίτητη

Η πανελλαδική εικόνα είναι χρήσιμη για την αποτύπωση της γενικής τάσης, μπορεί όμως να αποκρύψει πολύ σημαντικές τοπικές διαφοροποιήσεις. Η βροχόπτωση του Ιουνίου στην Ελλάδα σπάνια κατανέμεται ομοιόμορφα. Οι καταιγίδες επηρεάζουν συχνά τη Βόρεια και την Κεντρική Ελλάδα, ενώ η Νότια Ελλάδα, η Κρήτη και τμήματα του Αιγαίου μπορεί να παραμένουν σχεδόν χωρίς βροχή.Για τον λόγο αυτό, η χώρα χωρίστηκε σε ευρύτερες γεωγραφικές ενότητες:: Βόρεια Ελλάδα Κεντρική Ελλάδα Δυτική Ελλάδα Ανατολική Ελλάδα Νότια Ελλάδα Κρήτη Νησιά Αιγαίου. Η ανάλυση ανά περιοχή επιτρέπει να διαπιστωθεί όχι μόνο ποια τμήματα της χώρας δέχθηκαν μεγαλύτερο ύψος βροχής, αλλά και πόσο συχνά εκδηλώθηκαν βροχοπτώσεις και πόσο μεγάλη ήταν η χωρική τους κάλυψη. Η προσέγγιση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική για την πυροεπικινδυνότητα. Μια περιοχή που δέχεται επαναλαμβανόμενες βροχές μπορεί να διατηρήσει για περισσότερο χρόνο αυξημένη υγρασία στη χαμηλή βλάστηση. Αντίθετα, μια περιοχή που δέχεται μία μόνο σύντομη καταιγίδα μπορεί να επιστρέψει γρήγορα σε συνθήκες ξήρανσης, ιδιαίτερα αν ακολουθήσουν υψηλές θερμοκρασίες και ισχυροί άνεμοι.

Εικονα 7 . Η χωρική ανάλυση πραγματοποιήθηκε σε επτά ευρύτερες γεωγραφικές ενότητες, ώστε να αποτυπωθούν οι σημαντικές διαφορές στη συχνότητα, στην ένταση και στην έκταση των βροχοπτώσεων του Ιουνίου.

 Η ειδική περίπτωση του Ιουνίου 2026

Η εικόνα του Ιουνίου 2026 εξετάστηκε ξεχωριστά, καθώς τα διαθέσιμα στοιχεία αφορούν μόνο τις πρώτες δώδεκα ημέρες του μήνα. Για να είναι η σύγκριση αντικειμενική, η περίοδος 1–12 Ιουνίου 2026 συγκρίθηκε με το ίδιο ακριβώς διάστημα των ετών 2005–2025.

Σε πανελλαδικό επίπεδο, ο μέσος υετός της περιόδου 1–12 Ιουνίου 2026 ήταν περίπου 7,3 mm, χαμηλότερος από τον ιστορικό μέσο όρο των περίπου 11,6 mm. Το αποτέλεσμα αυτό κατατάσσει το 2026 περίπου στο 19ο εκατοστημόριο της περιόδου μελέτης.

Η πανελλαδική τιμή, ωστόσο, δεν περιγράφει πλήρως την πραγματική εικόνα. Οι βροχές παρουσίασαν έντονη γεωγραφική διαφοροποίηση, με τη Βόρεια και τη Δυτική Ελλάδα να εμφανίζουν σαφώς ευνοϊκότερες συνθήκες από τη Νότια Ελλάδα, την Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου.

 

  • Στη Βόρεια Ελλάδα καταγράφηκαν περίπου 16,4 mm, έναντι ιστορικού μέσου περίπου 24 mm για το ίδιο διάστημα. Παρότι το συνολικό ύψος βροχής παρέμεινε χαμηλότερο από τον μέσο όρο, η συχνότητα των βροχερών ημερών ήταν αυξημένη. Καταγράφηκαν περίπου εννέα ημέρες με περιφερειακό μέσο υετό τουλάχιστον 1 mm, τιμή υψηλότερη από τον ιστορικό μέσο όρο. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η Βόρεια Ελλάδα επηρεάστηκε από αρκετά επαναλαμβανόμενα επεισόδια, τα οποία πιθανότατα διατήρησαν για μεγαλύτερο διάστημα αυξημένη υγρασία στη χαμηλή βλάστηση.
  • Στη Δυτική Ελλάδα ο συνολικός υετός έφθασε περίπου τα 11,8 mm, έναντι ιστορικού μέσου περίπου 14,5 mm. Η εικόνα χαρακτηρίζεται ως σχετικά ευνοϊκή, χωρίς όμως να αποτελεί εξαιρετικά βροχερή περίοδο. Τοπικά σημειώθηκαν αξιόλογες βροχές και σχετικά αυξημένη χωρική κάλυψη, γεγονός που μπορεί να πρόσφερε προσωρινή βελτίωση στις περιοχές που επηρεάστηκαν περισσότερο.
  • Η Κεντρική Ελλάδα δέχθηκε περίπου 5,8 mm, έναντι ιστορικού μέσου περίπου 7,8 mm. Οι βροχές ήταν γενικά περιορισμένες, αλλά σε ορισμένες περιοχές σημειώθηκαν τοπικά αξιόλογα επεισόδια. Η επίδρασή τους στην πυροεπικινδυνότητα εκτιμάται ότι ήταν κυρίως τοπική και πρόσκαιρη.
  • Στην Ανατολική Ελλάδα καταγράφηκαν περίπου 6,6 mm, ενώ ο ιστορικός μέσος όρος για το ίδιο διάστημα είναι περίπου 12,9 mm. Η περίοδος ήταν επομένως σαφώς ξηρότερη από το κανονικό. Παρότι εκδηλώθηκαν τοπικές βροχές, η συνολική επίδραση δεν ήταν αρκετά γενικευμένη ώστε να μεταβάλει αισθητά την ευρύτερη εικόνα.
  • Στη Νότια Ελλάδα ο μέσος υετός ήταν μόλις περίπου 0,5 mm. Η τιμή αυτή δείχνει ότι η περιοχή παρέμεινε σχεδόν χωρίς ουσιαστική βροχόπτωση κατά το πρώτο δωδεκαήμερο του Ιουνίου. Η συμβολή των βροχών στη διατήρηση της υγρασίας της βλάστησης ήταν επομένως πολύ περιορισμένη.
  • Στην Κρήτη η βροχόπτωση ήταν σχεδόν μηδενική. Η περιοχή δεν ευνοήθηκε ουσιαστικά από τα επεισόδια που επηρέασαν τη Βόρεια και τη Δυτική Ελλάδα. Αυτό σημαίνει ότι η διαδικασία θερινής ξήρανσης εξελίχθηκε σχεδόν ανεμπόδιστα.
  • Στα νησιά του Αιγαίου ο μέσος υετός ήταν περίπου 3,7 mm, έναντι ιστορικού μέσου περίπου 11,8 mm. Η τιμή αυτή βρίσκεται σε πολύ χαμηλή θέση σε σχέση με την περίοδο 2005–2025. Οι βροχές ήταν λίγες και κατά κανόνα τοπικές, χωρίς ευρεία και διαρκή επίδραση.

Εικόνα 9 : Η σύγκριση με την περίοδο 2005–2025 δείχνει ότι το πρώτο δωδεκαήμερο του Ιουνίου 2026 δεν ήταν ιδιαίτερα βροχερό σε πανελλαδικό επίπεδο. Ωστόσο, η Βόρεια Ελλάδα παρουσίασε μεγαλύτερη συχνότητα βροχερών ημερών και τοπικά αξιόλογες βροχοπτώσεις.

. Καλές τοπικές βροχές, αλλά όχι γενικευμένα υγρός Ιούνιος

Η περίπτωση του 2026 αναδεικνύει με τον πιο καθαρό τρόπο τη διαφορά ανάμεσα στις καλές τοπικές βροχές και σε έναν γενικευμένα βροχερό Ιούνιο. Σε ορισμένες περιοχές, κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα, οι βροχές ήταν συχνές και τοπικά αξιόλογες. Η επίδρασή τους στη χαμηλή βλάστηση μπορεί να θεωρηθεί ευνοϊκή, ιδιαίτερα στις περιοχές που επηρεάστηκαν από περισσότερα του ενός επεισόδια. Σε πανελλαδικό επίπεδο, όμως, το συνολικό ύψος βροχής παρέμεινε χαμηλότερο από τον ιστορικό μέσο όρο. Η Νότια Ελλάδα, η Κρήτη και μεγάλο μέρος του Αιγαίου δεν δέχθηκαν αρκετές βροχές ώστε να εμφανιστεί ουσιαστική βελτίωση των συνθηκών υγρασίας. Η σωστή αποτίμηση επομένως δεν είναι ότι ο Ιούνιος 2026 ήταν συνολικά πολύ βροχερός. Είναι ότι παρουσίασε μια ανομοιόμορφη εικόνα, με τοπικά πολύ ευνοϊκές βροχές σε ορισμένες περιοχές και περιορισμένη ή σχεδόν μηδενική επίδραση σε άλλες.

Τα βασικά συμπεράσματα της έρευνας

Η σύγκριση των δεδομένων βροχόπτωσης με τα στοιχεία πυρκαγιών για την Ελλάδα οδηγεί σε ένα πιο σύνθετο, αλλά σαφέστερο συμπέρασμα από εκείνο που προκύπτει αν εξετάσουμε μόνο τη συνολική εικόνα της άνοιξης.

Οι αυξημένες βροχοπτώσεις της περιόδου Μαρτίου–Μαΐου επηρεάζουν αναμφίβολα την κατάσταση της βλάστησης και την υγρασία του εδάφους. Δεν εμφανίζουν όμως από μόνες τους ισχυρή και σταθερή σχέση με τον αριθμό των πυρκαγιών. Η ανοιξιάτικη βροχή διαμορφώνει περισσότερο το γενικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο θα εξελιχθεί η θερινή περίοδος.
Αντίθετα, οι βροχές του Ιουνίου φαίνεται να συνδέονται πιο άμεσα με τη συχνότητα εκδήλωσης πυρκαγιών. Η σχέση είναι ισχυρότερη όταν η βροχόπτωση δεν περιορίζεται σε μεμονωμένες τοπικές καταιγίδες, αλλά καλύπτει μεγαλύτερη γεωγραφική έκταση με ουσιαστικά ύψη βροχής. Το αποτέλεσμα αυτό είναι εύλογο. Ο Ιούνιος βρίσκεται πολύ πιο κοντά στη θερινή περίοδο υψηλού κινδύνου. Οι βροχές του μπορούν να διακόψουν προσωρινά τη διαδικασία ξήρανσης της χαμηλής βλάστησης και να μειώσουν την ευφλεκτότητα των λεπτών καύσιμων υλικών. Η επίδραση αυτή, όμως, δεν είναι μόνιμη. Μπορεί να εξασθενήσει γρήγορα όταν ακολουθήσουν υψηλές θερμοκρασίες, χαμηλή σχετική υγρασία, παρατεταμένη ανομβρία και ισχυροί άνεμοι.
Η ιστορική ανάλυση της περιόδου 2005–2024 έδειξε ότι ο συνολικός υετός του Ιουνίου και κυρίως η χωρική κάλυψη βροχής με ύψη άνω των 40–60 mm παρουσιάζουν σταθερή αρνητική σχέση με τον αριθμό των πυρκαγιών. Αντίθετα, η σχέση με την τελική καμένη έκταση είναι πιο αδύναμη.
Η διαφορά αυτή είναι ουσιαστική. Ο αριθμός των πυρκαγιών αποτυπώνει τη συχνότητα των νέων εκδηλώσεων, ενώ η καμένη έκταση μπορεί να καθοριστεί από λίγα μόνο ακραία συμβάντα. Μία μεγάλη πυρκαγιά, σε συνθήκες καύσωνα και ισχυρών ανέμων, μπορεί να κυριαρχήσει στο ετήσιο αποτέλεσμα ανεξάρτητα από το πόσο βροχερός ήταν ο Ιούνιος.
Επομένως, οι βροχές του Ιουνίου φαίνεται να λειτουργούν κυρίως ως προσωρινός παράγοντας περιορισμού της συχνότητας εκδήλωσης πυρκαγιών και όχι ως εγγύηση μικρής συνολικής καμένης έκτασης.
Η ειδική εξέταση του 2026 επιβεβαίωσε επίσης τη σημασία της χωρικής ανάλυσης. Το πρώτο δωδεκαήμερο του Ιουνίου δεν ήταν ιδιαίτερα βροχερό σε πανελλαδικό επίπεδο, παρουσίασε όμως τοπικά αξιόλογες και συχνές βροχές στη Βόρεια και κατά τόπους στη Δυτική Ελλάδα. Αντίθετα, η Νότια Ελλάδα, η Κρήτη και μεγάλο μέρος του Αιγαίου παρέμειναν αρκετά ξηρά.
Η σωστή αποτίμηση, επομένως, δεν μπορεί να βασίζεται μόνο σε έναν μέσο όρο για όλη τη χώρα. Για την εκτίμηση της πυροεπικινδυνότητας έχει σημασία όχι μόνο πόσο έβρεξε, αλλά και πού έβρεξε, πόσο συχνά, σε πόσο μεγάλη έκταση και πόσος χρόνος μεσολάβησε μέχρι την επόμενη περίοδο ζέστης και ξηρασίας.

  • Τι μάθαμε από την έρευνα
    Η άνοιξη διαμορφώνει το υπόβαθρο
    Ο Ιούνιος επηρεάζει πιο άμεσα τη συχνότητα των πυρκαγιών
    Η χωρική κάλυψη της βροχής είναι κρίσιμη
    Η καμένη έκταση εξαρτάται έντονα από ακραία επεισόδια
  • Κεντρικό μήνυμα:

Δεν αρκεί να ξέρουμε πόσο έβρεξε. Πρέπει να γνωρίζουμε πού, πότε και σε πόσο μεγάλη έκταση. Η βροχή του Ιουνίου μπορεί να λειτουργήσει ως προσωρινός ανασταλτικός παράγοντας για την εκδήλωση πυρκαγιών, χωρίς όμως να εξαλείφει τον κίνδυνο που δημιουργούν η ζέστη, η ξηρασία και οι ισχυροί άνεμοι.

Επίλογος

Η παρούσα έρευνα δεν επιχειρεί να αποδώσει την εξέλιξη των πυρκαγιών σε έναν μόνο μετεωρολογικό παράγοντα. Αντίθετα, δείχνει ότι η σχέση ανάμεσα στη βροχή και στις πυρκαγιές είναι δυναμική, χρονικά μεταβαλλόμενη και έντονα χωρική. Οι ανοιξιάτικες βροχές μπορεί να ενισχύσουν τη βλάστηση και να αυξήσουν προσωρινά τα αποθέματα υγρασίας. Οι βροχές του Ιουνίου μπορούν να καθυστερήσουν την ξήρανση και να περιορίσουν για ένα διάστημα τη συχνότητα εκδήλωσης πυρκαγιών. Η προστατευτική αυτή επίδραση, όμως, εξαρτάται από τη συνέχεια του καιρού.

Η πραγματική εικόνα διαμορφώνεται τελικά από τον συνδυασμό βροχόπτωσης, θερμοκρασίας, ξηρασίας, υγρασίας, ανέμου, κατάστασης της βλάστησης και ανθρώπινης δραστηριότητας.  Αυτό είναι και το βασικό μήνυμα της μελέτης: η βροχή μπορεί να βοηθήσει, αλλά το πότε, το πού και το τι ακολουθεί είναι εξίσου σημαντικά με το ίδιο το ύψος της.

Παράρτημα – Μεθοδολογία της ανάλυσης
Η μελέτη βασίστηκε σε δεδομένα βροχόπτωσης του ERA5-Land και σε ετήσια στοιχεία πυρκαγιών του European Forest Fire Information System, EFFIS.
Η ιστορική περίοδος ανάλυσης κάλυψε τα έτη 2005–2024, για τα οποία υπήρχαν διαθέσιμα συγκρίσιμα στοιχεία βροχόπτωσης και πυρκαγιών. Το 2025 και το 2026 εξετάστηκαν συμπληρωματικά, όπου υπήρχαν διαθέσιμα δεδομένα, χωρίς να ενταχθούν υποχρεωτικά στην κύρια ιστορική συσχέτιση.
Για τη βροχόπτωση χρησιμοποιήθηκαν μηνιαία δεδομένα ERA5-Land για την περίοδο Μαρτίου–Ιουνίου, ωριαία δεδομένα ERA5-Land για τον Ιούνιο, ημερήσια αθροίσματα που προέκυψαν από την επεξεργασία των ωριαίων τιμών.
Υπολογίστηκαν οι ακόλουθοι δείκτες , όπως συνολικός υετός Μαρτίου–Μαΐου, συνολικός υετός Ιουνίου, υετός πρώτου και δεύτερου δεκαπενθημέρου, αριθμός ημερών με βροχή άνω των 1, 5, 10 και 20 mm, μέγιστη ημερήσια βροχόπτωση, μεγαλύτερη συνεχόμενη ξηρή περίοδος, ποσοστό της περιοχής που δέχθηκε ύψη βροχής άνω συγκεκριμένων κατωφλίων. Η Ελλάδα εξετάστηκε τόσο συνολικά όσο και σε ευρύτερες γεωγραφικές ενότητες, ώστε να αποτυπωθούν οι διαφορές στη χωρική κατανομή της βροχής. Η σχέση βροχόπτωσης και πυρκαγιών αξιολογήθηκε με τους συντελεστές συσχέτισης Pearson και Spearman. Παράλληλα εφαρμόστηκε έλεγχος leave-one-out, κατά τον οποίο αφαιρέθηκε διαδοχικά κάθε έτος, ώστε να εξεταστεί αν τα αποτελέσματα εξαρτώνται από κάποια μεμονωμένη ακραία χρονιά . Η στατιστική συσχέτιση δεν θεωρήθηκε απόδειξη άμεσης αιτιότητας. Η τελική εξέλιξη των πυρκαγιών επηρεάζεται και από άλλους παράγοντες, όπως η θερμοκρασία, η σχετική υγρασία, ο άνεμος, η διάρκεια της ανομβρίας, η ανθρώπινη δραστηριότητα και η αποτελεσματικότητα της πυρόσβεσης. Τα αποτελέσματα πρέπει επομένως να ερμηνεύονται ως ένδειξη στατιστικής σχέσης και όχι ως πλήρες μοντέλο πρόγνωσης της αντιπυρικής περιόδου.

Το υλικό της μελέτης ( csv,xls και επιπλέον διαγράμματα)  είναι διαθέσιμα αν ζητηθούν από τους επίσημους Φορείς της Πολιτείας.

Θεόδωρος Ν. Κολυδάς
Διευθυντής Τομέα Υδρομετεωρολογίας και Φυσικών Καταστροφών εργαστηρίου Assist Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης – Mετεωρολόγος Star Channel – Πρώην Υποδιοικητής ΕΜΥ και Διευθυντής Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου – Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Έδρας UNESCO Con-E-Ect
© Το κείμενο διατίθεται με άδεια CC BY-ND 4.0. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή με αναφορά στην πηγή και χωρίς τροποποίηση του περιεχομένου.

Πηγές

Μετεωρολογικά δεδομένα ERA5/Copernicus Climate Change Service–ECMWF. Δεδομένα καμένων εκτάσεων EFFIS/Copernicus Emergency Management Service–Joint Research Centre. Επεξεργασία των δεδομένων με Python. Η ανάλυση είναι διερευνητική και δεν αποτελεί επιχειρησιακή πρόγνωση πυρκαγιάς ή καμένης έκτασης. Το ERA5 είναι η πέμπτη γενιά παγκόσμιας επανάλυσης του ECMWF και προσφέρει συνεπή δεδομένα από το 1940, με μεταβλητές όπως θερμοκρασία στα 2 μέτρα και συνολική βροχόπτωση. Η κανονική χωρική ανάλυση του διαθέσιμου πλέγματος είναι περίπου 0,25° × 0,25°. Για τις καμένες εκτάσεις, το EFFIS διαθέτει επίσημες ετήσιες στατιστικές για την Ελλάδα, αλλά διευκρινίζει ότι οι επιχειρησιακές εκτιμήσεις του αφορούν κυρίως χαρτογραφημένες πυρκαγιές περίπου 30 εκταρίων ή μεγαλύτερες.